Ο σημερινός πληθυσμός των 8.3 δισεκατομμυρίων ανθρώπων είναι πολύ μεγαλύτερος από αυτόν που θα μπορούσε να συντηρηθεί μακροπρόθεσμα χωρίς την εξάντληση των οικοσυστημάτων, την επιδείνωση της κλιματικής αλλαγής και την απειλή για την ασφάλεια των τροφίμων και του νερού.
Η στροφή σε μια αρνητική δημογραφική φάση
Μια νέα διεθνής μελέτη που αναλύει δεδομένα περισσότερων από 200 ετών δείχνει ότι η ανθρωπότητα ζει πέρα από τις δυνατότητες βιώσιμης υποστήριξης του πλανήτη. Η έρευνα, η οποία δημοσιεύθηκε στο Environmental Research Letters, εντόπισε ένα σημαντικό σημείο καμπής στις παγκόσμιες πληθυσμιακές τάσεις που ξεκίνησε στα μέσα του 20ού αιώνα.
Πριν από τη δεκαετία του 1950, η πληθυσμιακή αύξηση λειτουργούσε ως μοχλός καινοτομίας, αυξημένης χρήσης ενέργειας και τεχνολογικής προόδου.
Ωστόσο, στις αρχές της δεκαετίας του 1960, αν και ο πληθυσμός συνέχισε να αυξάνεται, ο ρυθμός ανάπτυξης άρχισε να επιβραδύνεται. Αυτή η αλλαγή σηματοδότησε την έναρξη μιας αρνητικής δημογραφικής φάσης, όπου η προσθήκη περισσότερων ανθρώπων δεν μεταφράζεται πλέον σε ταχύτερη ανάπτυξη.
Με βάση τις τρέχουσες τάσεις, ο παγκόσμιος πληθυσμός αναμένεται να κορυφωθεί μεταξύ 11.7 και 12.4 δισεκατομμυρίων ανθρώπων προς τα τέλη της δεκαετίας του 2060 ή του 2070.
Ορυκτά καύσιμα και το πραγματικό όριο βιωσιμότητας
Η παρούσα πληθυσμιακή διεύρυνση κατέστη εφικτή κυρίως επειδή οι κοινωνίες βασίστηκαν σε μεγάλο βαθμό στα ορυκτά καύσιμα και κατανάλωσαν τους φυσικούς πόρους με ρυθμό ταχύτερο από αυτόν που η Γη μπορεί να αναπληρώσει.
Η εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα απέκρυψε προσωρινά τις επιπτώσεις της οικολογικής υπέρβασης, υποστηρίζοντας την παραγωγή τροφίμων και τη βιομηχανική ανάπτυξη, αλλά παράλληλα ενέτεινε την κλιματική αλλαγή και την υποβάθμιση του περιβάλλοντος.
Οι υπολογισμοί της ερευνητικής ομάδας δείχνουν ότι ο πραγματικά βιώσιμος παγκόσμιος πληθυσμός βρίσκεται πιο κοντά στα 2.5 δισεκατομμύρια ανθρώπους, υπό την προϋπόθεση ότι όλοι θα ζούσαν μέσα στα οικολογικά όρια και με ένα άνετο, οικονομικά ασφαλές επίπεδο διαβίωσης.
Η τεράστια απόκλιση ανάμεσα σε αυτόν τον αριθμό και τα σημερινά 8.3 δισεκατομμύρια αναδεικνύει την κλίμακα της παγκόσμιας υπερκατανάλωσης. Η μελέτη κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το συνολικό μέγεθος του πληθυσμού επηρεάζει τις περιβαλλοντικές αλλαγές ακόμη πιο έντονα από ό,τι η κατά κεφαλήν κατανάλωση από μόνη της.
Κίνδυνοι για το κλίμα και την ανθρώπινη σταθερότητα
Οι ερευνητές διευκρινίζουν ότι η μελέτη δεν προβλέπει μια ξαφνική κατάρρευση του πολιτισμού, αλλά αποτελεί μια ρεαλιστική αξιολόγηση των πιέσεων που διαμορφώνουν το μέλλον.
Στους κινδύνους από την υπέρβαση της βιοχωρητικότητας της Γης περιλαμβάνονται η επιδείνωση των κλιματικών επιπτώσεων, η απώλεια της βιοποικιλότητας, η μείωση της ασφάλειας τροφίμων και νερού, καθώς και η αυξανόμενη ανισότητα.
Οι επιστήμονες τονίζουν την ανάγκη για επανασχεδιασμό του τρόπου χρήσης της γης, του νερού, της ενέργειας και των πρώτων υλών. Η σταθεροποίηση της πληθυσμιακής αύξησης και η μείωση της κατανάλωσης μπορούν να δημιουργήσουν καλύτερα αποτελέσματα για τους ανθρώπους και τον πλανήτη. Αν και τα περιθώρια στενεύουν, μια ουσιαστική αλλαγή παραμένει εφικτή εάν τα έθνη συνεργαστούν για τη μακροπρόθεσμη προστασία των φυσικών συστημάτων.