Η κβαντική διεμπλοκή είναι μια κατάσταση κατά την οποία τα σωματίδια συνδέονται μεταξύ τους με τέτοιο τρόπο, ώστε οι ιδιότητες του ενός να επηρεάζουν άμεσα το άλλο, ακόμη και όταν βρίσκονται σε μεγάλη απόσταση. Αν και το φαινόμενο αυτό παρατηρείται συνήθως σε μικρά κβαντικά συστήματα λίγων σωματιδίων, μια νέα θεωρία από ερευνητές του Πανεπιστημίου Rice προτείνει μια μέθοδο για την κατανόηση και την εφαρμογή της διεμπλοκής σε μακροσκοπικά συστήματα με τεράστιο αριθμό σωματιδίων.
Η μελέτη, η οποία δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Nature Communications, δείχνει ότι η σύζευξη κβαντικών υλικών με κβαντικό φως μπορεί να διευκολύνει τη χρήση της διεμπλοκής σε μεγαλύτερη κλίμακα, ανοίγοντας τον δρόμο για νέες κβαντικές τεχνολογίες.
Μείωση του ορίου διεμπλοκής μέσω κβαντικών κρίσιμων σημείων
Μέχρι σήμερα, η δημιουργία υβριδικών συστημάτων φωτός και ύλης σε μια οπτική κοιλότητα με κάτοπτρα αποτελούσε μεγάλη πρόκληση. Θεωρητικές μελέτες έδειχναν ότι για να επιτευχθεί αυτή η υβριδοποίηση απαιτούνταν εξαιρετικά ισχυρές αλληλεπιδράσεις, οι οποίες είναι δύσκολο να κατασκευαστούν πειραματικά.
Η νέα θεωρία προτείνει ότι το όριο για την είσοδο σε αυτή την κατάσταση υβριδικής διεμπλοκής μπορεί να μειωθεί σημαντικά εάν το υλικό προσεγγίσει το λεγόμενο κβαντικό κρίσιμο σημείο του.
Το κβαντικό κρίσιμο σημείο είναι το όριο στο οποίο ένα υλικό μπορεί να «επιλέξει» ανάμεσα σε δύο διαφορετικές κβαντικές φάσεις. Το υλικό βρίσκεται αρχικά σε μια φάση και μόνο όταν φτάσει στο κρίσιμο σημείο μπορεί να μεταβεί στη δεύτερη.
Χρήση μη θερμικών μεθόδων για την ενίσχυση του φαινομένου
Οι ερευνητές μπορούν να οδηγήσουν το υλικό κοντά στο κβαντικό κρίσιμο σημείο χρησιμοποιώντας μη θερμικές μεθόδους, όπως η εφαρμογή πίεσης ή η αλλαγή ενός χημικού συστατικού. Όσο πιο κοντά φτάνει το υλικό σε αυτό το σημείο, τόσο περισσότερο υποχωρεί το απαιτούμενο όριο για την επίτευξη ισχυρής κβαντικής διεμπλοκής. Αν εισαχθεί φως στην κοιλότητα με τα κάτοπτρα ενώ το υλικό βρίσκεται σε αυτή την κρίσιμη κατάσταση, η διεμπλοκή μεταξύ των δύο γίνεται δραστικά πιο εύκολη.
Μόλις το φως και η ύλη διεμπλακούν, οι ξεχωριστές ιδιότητές τους αντικατοπτρίζουν η μία την άλλη. Αυτό σημαίνει ότι αν το υλικό περάσει το κβαντικό κρίσιμο σημείο και μεταβεί στη δεύτερη φάση, το φως θα μεταβεί επίσης.
Οι πειραματικοί φυσικοί μπορούν να αξιοποιήσουν αυτήν τη μέθοδο όχι μόνο για να προκαλέσουν τη διεμπλοκή, αλλά και για να μελετήσουν τα διεμπλεγμένα σωματίδια σε διάφορες φάσεις χρησιμοποιώντας ήδη υπάρχουσες εργαστηριακές μεθόδους.
Ανάπτυξη κβαντικών τεχνολογιών επόμενης γενιάς
Η συγκεκριμένη θεωρία έρχεται να συμπληρώσει προηγούμενα ευρήματα της ερευνητικής ομάδας, τα οποία έδειξαν ότι η κβαντική διεμπλοκή είναι παρούσα και ενισχυμένη σε κβαντικά κρίσιμα υλικά, όπως τα λεγόμενα παράξενα μέταλλα (strange metals).
Το βασικό πλεονέκτημα της νέας προσέγγισης είναι ότι προσφέρει έναν τρόπο «εξαγωγής» αυτής της κβαντικής διεμπλοκής από το υλικό με τη χρήση του κβαντικού φωτός. Μετά τη διεμπλοκή των φωτονίων με την ύλη, το φως μπορεί να εξαχθεί από την οπτική κοιλότητα. Ένα τέτοιο σύστημα θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για την ανάπτυξη προηγμένων τεχνολογιών επόμενης γενιάς, όπως οι κβαντικοί αισθητήρες με εξαιρετικά υψηλή ακρίβεια.