Ένας ξεχασμένος φάκελος οδήγησε τους επιστήμονες στην ανακάλυψη ενός από τα σπανιότερα ορυκτά της Γης.
Τα σπάνια γήινα ορυκτά έχουν τη δυνατότητα να μεταμορφώσουν ολόκληρες οικονομίες – αν βρεθούν σε επαρκείς ποσότητες. Επιστήμονες στη Γερμανία, έμειναν άφωνοι, καθώς ψηφιοποιούσαν ένα αρχείο 250 ετών γεμάτο γεωλογικά δείγματα, όταν ανακάλυψαν την χουμπολδίνη (Humboldtine) – ένα τόσο σπάνιο ορυκτό που έχει εντοπιστεί μόνο σε οκτώ χώρες παγκοσμίως.
Το γεωλογικό τμήμα της υπηρεσίας LfU Bayern είχε εντοπίσει ένα γράμμα 75 ετών, το οποίο υποδείκνυε ότι το σπάνιο αυτό ορυκτό μπορεί να υπήρχε στη συλλογή τους. Όμως το δείγμα δεν ήταν καταχωρημένο στον επίσημο κατάλογο, κι έτσι ξεκίνησε μια εξαντλητική αναζήτηση ανάμεσα σε 130.000 δείγματα.
Πόση χουμπολδίνη βρέθηκε;
Κι όμως, μέσα σε ένα φαινομενικά ασήμαντο κουτί, οι επιστήμονες βρήκαν έξι κίτρινους σβώλους στο μέγεθος φουντουκιού και ένα χειρόγραφο σημείωμα που έγραφε: «Χουμπολδίνη από το Ορυχείο Mathias κοντά στο Schwandorf».
Το γράμμα αναφερόταν στο Matthiaszeche – ένα παλιό λιγνιτωρυχείο που λειτουργούσε ως ανοιχτό ορυχείο καφέ άνθρακα, κοντά στο Schwandorf. Το ορυχείο έκλεισε το 1966 και αργότερα πλημμύρισε, πράγμα που σημαίνει ότι δεν υπάρχει πλέον καμία πιθανότητα για νέες ανακαλύψεις στην περιοχή.
Αξιοσημείωτο είναι πως αυτό το μικρό «θησαυροφυλάκιο» διπλασίασε τη συνολική ποσότητα χουμπολδίνης που ήταν γνωστή μέχρι σήμερα στον κόσμο. Δεν είναι γνωστό πόσο ακριβώς αξίζει αυτό το μικρό εύρημα, αλλά συλλέκτες λένε ότι μπορεί να πωληθεί για «σημαντικό ποσό».
Απλώς φανταστείτε τι αξία θα είχε ένα ολόκληρο ορυχείο γεμάτο από αυτό το ορυκτό…

Τι κάνει αυτό το ορυκτό τόσο ξεχωριστό
Ο Roland Eichhorn, επικεφαλής του γεωλογικού τμήματος, περιέγραψε τη χουμπολδίνη ως «ένα κυβόργιο (cyborg) ανάμεσα στα ορυκτά». Το 2023 είχε δηλώσει: «Μέχρι τώρα, η χουμπολδίνη είχε εντοπιστεί μόνο σε μικροσκοπικούς κρυστάλλους σε ελάχιστα σημεία του κόσμου».
Αν και αρχικά υπήρχε αμφιβολία για την αυθεντικότητα των δειγμάτων, είπε: «Η εργαστηριακή μας ανάλυση επιβεβαίωσε την ταυτότητά τους».
Πάντως, ακόμη και για τον ίδιο, το πώς δημιουργήθηκε αυτό το ορυκτό στο συγκεκριμένο ορυχείο παραμένει μυστήριο.

Η ιστορία της χουμπολδίνης
Η χουμπολδίνη είναι επιστημονικά ταξινομημένη ως το σιδηρούχο άλας του οξαλικού οξέος, με χημικό τύπο FeC₂O₄·2H₂O.
Σχηματίζεται κάτω από πολύ ειδικές συνθήκες, όπου σιδηρούχα πετρώματα αλληλεπιδρούν με οργανικά οξέα σε υγρά περιβάλλοντα, όπως κοιτάσματα λιγνίτη (καφέ άνθρακα).
Το ορυκτό ανακαλύφθηκε για πρώτη φορά το 1821 από τον Γερμανό ορυκτολόγο August Breithaupt, σε αποσαθρωμένο κοίτασμα λιγνίτη στη σημερινή Τσεχία.
Έκτοτε, έχει εντοπιστεί μόνο σε 30 τοποθεσίες σε 8 χώρες: ΗΠΑ, Ηνωμένο Βασίλειο, Καναδά, Βραζιλία, Γερμανία, Ιταλία, Ουγγαρία και Τσεχία.
Το μοναδικό του χημικό προφίλ του χαρίζει ένα ιδιαίτερο κίτρινο χρώμα.
Σε συνθετική μορφή (ως οξαλικός σίδηρος), χρησιμοποιείται στην έρευνα για υλικά μπαταριών και στην «πράσινη» χημεία ως πρόδρομη ουσία για σιδηρούχες ενώσεις ηλεκτροδίων.