Ζούμε σε μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα εποχή καθώς οι απαντήσεις σε μερικά από τα αρχαιότερα ερωτήματα της ανθρωπότητας βρίσκονται πλέον εντός των δυνατοτήτων μας. Ένα από αυτά είναι αν η Γη αποτελεί το μοναδικό μέρος στο σύμπαν που φιλοξενεί ζωή. Τα τελευταία 30 χρόνια, το ερώτημα αν ο ήλιος μας είναι μοναδικός στο να φιλοξενεί ένα πλανητικό σύστημα έχει απαντηθεί οριστικά, αφού πλέον γνωρίζουμε χιλιάδες εξωπλανήτες που περιφέρονται γύρω από άλλα άστρα.
Η ατμόσφαιρα ως κλειδί της αποκάλυψης
Το μεγάλο ερώτημα που απασχολεί την επιστήμη σήμερα είναι αν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τα τηλεσκόπια για να ανιχνεύσουμε αν κάποιος από αυτούς τους μακρινούς κόσμους φιλοξενεί ζωή. Η πιο υποσχόμενη μέθοδος είναι η ανάλυση των αερίων που υπάρχουν στις ατμόσφαιρες αυτών των πλανητών. Με περισσότερους από 6.000 εξωπλανήτες να έχουν καταγραφεί, οι αστρονόμοι μπορούν πλέον να περιορίσουν την έρευνα σε εκείνους που έχουν την κατάλληλη θερμοκρασία για την ύπαρξη υγρού νερού, κάτι που επηρεάζεται άμεσα από τη φύση της ατμόσφαιράς τους.
Είναι εντυπωσιακό ότι μπορούμε πλέον να αναγνωρίσουμε μόρια στις ατμόσφαιρες των εξωπλανητών. Η κβαντομηχανική επιτρέπει σε κάθε χημική ουσία να έχει το δικό της ξεχωριστό μοτίβο, σαν «barcode», το οποίο αφήνει το αποτύπωμά του στο φως που περνά μέσα από αυτό. Συλλέγοντας το αστρικό φως που φιλτράρεται μέσα από την ατμόσφαιρα ενός εξωπλανήτη, τα τηλεσκόπια μπορούν να «διαβάσουν» τα μόρια που τη συνθέτουν.
Η πρόκληση της ανίχνευσης και το James Webb
Η ανίχνευση αυτών των μοριακών αποτυπωμάτων δεν είναι πάντα απλή. Το διαστημικό τηλεσκόπιο James Webb (JWST) χρησιμοποιείται ήδη για την εξέταση ποικίλων εξωπλανήτων, έχοντας εντοπίσει απλά μόρια όπως το μεθάνιο, το διοξείδιο του άνθρακα και το νερό. Μια ιδιαίτερα τολμηρή ανακοίνωση έγινε το 2025 για τον πλανήτη K2-18b, όπου υποστηρίχθηκε η ανίχνευση διμεθυλοσουλφιδίου. Στη Γη, η ουσία αυτή παράγεται από το φυτοπλαγκτόν στους ωκεανούς, και αν η ανίχνευση επιβεβαιωθεί, θα μπορούσε να υποδηλώνει την ύπαρξη μικροβιακής θαλάσσιας ζωής. Ωστόσο, η επιστημονική κοινότητα παραμένει επιφυλακτική, καθώς νεότερες αναλύσεις δείχνουν ότι τα δεδομένα μπορεί να επιδέχονται και άλλες ερμηνείες.
Οι μελλοντικές αποστολές που θα αλλάξουν τα πάντα
Το μέλλον της διαστημικής έρευνας διαγράφεται λαμπρό με μια σειρά από προγραμματισμένες αποστολές. Με την αναμενόμενη εκτόξευση του τηλεσκοπίου Plato της ESA το 2026, θα μπορέσουμε να εντοπίσουμε πλανήτες πολύ πιο παρόμοιους με τη Γη. Στη συνέχεια, το τηλεσκόπιο Nancy Grace Roman της NASA το 2029 θα πρωτοπορήσει με τεχνικές που «σβήνουν» το φως των άστρων για να μελετηθούν απευθείας οι αμυδροί πλανήτες.
Την ίδια χρονιά, το τηλεσκόπιο Ariel της ESA θα αναλάβει τον καθορισμό της σύνθεσης των ατμοσφαιρών, ενώ το Habitable Worlds Observatory (HWO) που βρίσκεται στα στάδια του σχεδιασμού, θα εστιάσει σε περίπου 25 πλανήτες που μοιάζουν με τη Γη. Το HWO θα αναζητήσει το «κόκκινο άκρο της βλάστησης», μια υπογραφή του φωτός που απορροφάται από τα φυτά που φωτοσυνθέτουν, ενώ θα μπορεί ακόμα και να ανακατασκευάσει χάρτες της επιφάνειάς τους, διακρίνοντας ηπείρους και ωκεανούς καθώς αυτοί οι μακρινοί κόσμοι περιστρέφονται.