Ερευνητές βρήκαν ένα νέο στοιχείο που θα μπορούσε να λύσει το μυστήριο της πτήσης MH370 της Malaysian Airlines

MH370 Malaysian Airlines

Έχουν περάσει περισσότερα από 10 χρόνια από την εξαφάνιση της πτήσης MH370 της Malaysian Airlines με 239 επιβαίνοντες. Παρά τα χρόνια απελπισμένων ερευνών, η τελευταία κατοικία του αεροπλάνου παραμένει άγνωστη – γεγονός που το καθιστά ένα από τα μεγαλύτερα μυστήρια της αεροπορίας.

Ωστόσο, οι ειδικοί του Πανεπιστημίου του Κάρντιφ πιστεύουν ότι θα μπορούσαν να είναι κοντά σε μια σημαντική ανακάλυψη στην εξαιρετική υπόθεση, χάρη σε ένα ηχητικό απόσπασμα έξι δευτερολέπτων.

Η ομάδα δημοσίευσε πρόσφατα μία έρευνα στο περιοδικό Nature Scientific Reports, υποστηρίζοντας ότι τα υποβρύχια ακουστικά σήματα που δημιουργήθηκαν από τη συντριβή του αεροσκάφους θα μπορούσαν, τελικά, να αποκαλύψουν πού βρίσκεται τώρα.

Το χρονικό της εξαφάνισης της πτήσης MH370

Η πτήση MH370 ταξίδευε από την Κουάλα Λουμπούρ προς το Πεκίνο όταν εξαφανίστηκε από τις οθόνες των ραντάρ. Οι επίσημες έρευνες δείχνουν ότι παρέκκλινε από την προγραμματισμένη διαδρομή του και κατέληξε να κατευθυνθεί νοτιοδυτικά πάνω από τον Ινδικό Ωκεανό.

Και όμως, οι εκτεταμένες πολυεθνικές προσπάθειες αναζήτησης δεν έχουν αποφέρει κανένα αποτέλεσμα. Το περισσότερο που έχει βρεθεί από τα συντρίμμια του αεροσκάφους είναι μερικά κομμάτια συντριμμιών που ξεβράστηκαν σε νησιά του δυτικού Ινδικού Ωκεανού.

Ωστόσο, στην προσπάθειά τους να βρουν απαντήσεις οι ερευνητές του Πανεπιστημίου του Κάρντιφ ακολούθησαν μια νέα προσέγγιση: στράφηκαν στα υποβρύχια μικρόφωνα -που ονομάζονται υδρόφωνα- τα οποία καταγράφουν τα ηχητικά κύματα και τις μεταβολές της πίεσης στον ωκεανό.

«Μια τέτοια τεχνολογία έχει δώσει υποσχέσεις για την ανίχνευση σημάτων πίεσης από διάφορα γεγονότα, συμπεριλαμβανομένων των συντριβών αεροσκαφών», έγραψε ο Usama Kadri, επικεφαλής της μελέτης, σε άρθρο του στο Conversation. «Αυτού του είδους τα σήματα μπορούν να ταξιδέψουν χιλιάδες χιλιόμετρα, καθιστώντας τα υδρόφωνα ένα πολύτιμο εργαλείο για τον εντοπισμό και την ταξινόμηση γεγονότων σε θαλάσσια περιβάλλοντα» πρόσθεσε.

MH370 Malaysian Airlines

Η μελέτη

Για τη μελέτη τους, ο Kadri και οι συνάδελφοί του ανέλυσαν δεδομένα από υδροακουστικούς σταθμούς στην περιοχή στην οποία πιστεύεται ότι εξαφανίστηκε η MH370 – εστιάζοντας στο ακρωτήριο Leeuwin στη Δυτική Αυστραλία και στο Ντιέγκο Γκαρσία, ένα νησί στον Ινδικό Ωκεανό.

Και οι δύο σταθμοί λειτούργησαν περίπου την εποχή που πιστεύεται ότι συνετρίβη το MH370 και βρίσκονται σε απόσταση δεκάδων λεπτών από την περιοχή της τελευταίας επικοινωνίας του αεροπλάνου.

«Σταθμοί όπως αυτοί έχουν στο παρελθόν ανιχνεύσει διακριτά σήματα πίεσης από συντριβές αεροσκαφών, καθώς και σεισμούς διαφόρων μεγεθών σε αποστάσεις άνω των 5.000 χιλιομέτρων», σημείωσε ο Καντρί.

«Ο τρόπος πρόσκρουσης υπαγορεύει τις ιδιότητες του σήματος, όπως η διάρκεια, το εύρος συχνοτήτων και η ένταση. Με την εξέταση αυτών των σημάτων, ελπίζαμε να εντοπίσουμε τυχόν πιθανά ακουστικά στοιχεία της συντριβής του MH370», συνέχισε.

Και πράγματι, μπορεί ήδη να έχουν βρεθεί στοιχεία, με την ανάλυση τόσο των επιστημόνων του Πανεπιστημίου του Κάρντιφ όσο και των ειδικών του Πανεπιστημίου Curtin της Αυστραλίας, να επιβεβαιώνουν ότι ένα σήμα από άγνωστη πηγή καταγράφηκε στο σταθμό Cape Leeuwin, περίπου την ώρα και στην πρόχειρη υποτιθέμενη τοποθεσία της συντριβής του MH370.

Το πρόβλημα είναι ότι το σήμα έπεσε έξω από το χρονικό παράθυρο που προτείνει η επίσημη έρευνα.

«Η τελευταία μας έρευνα επικεντρώθηκε στο επίσημο και στενό χρονικό παράθυρο. Η ανάλυση εντόπισε μόνο ένα σχετικό σήμα […] που καταγράφηκε στο σταθμό Cape Leeuwin. Αλλά αυτό το σήμα δεν ανιχνεύθηκε στο σταθμό του Ντιέγκο Γκαρσία. Αυτό εγείρει ερωτήματα σχετικά με την προέλευσή του», εξήγησε ο Kadri.

Ωστόσο, ο Kadri επεσήμανε περαιτέρω ότι «ένα αεροσκάφος 200 τόνων που συντρίβεται με ταχύτητα 200 μέτρων ανά δευτερόλεπτο θα απελευθέρωνε κινητική ενέργεια ισοδύναμη με έναν μικρό σεισμό» και θα ήταν «αρκετά μεγάλη ώστε να καταγραφεί από τα υδρόφωνα σε απόσταση χιλιάδων χιλιομέτρων».

«Δεδομένης της ευαισθησίας των υδρόφωνων, είναι εξαιρετικά απίθανο ένα μεγάλο αεροσκάφος που συγκρούεται με την επιφάνεια του ωκεανού να μην αφήσει μια ανιχνεύσιμη υπογραφή πίεσης, ιδιαίτερα στα κοντινά υδρόφωνα. Αλλά οι δυσμενείς συνθήκες στον ωκεανό θα μπορούσαν ενδεχομένως να εξασθενήσουν ή να επισκιάσουν ένα τέτοιο σήμα» πρόσθεσε.

Ο Kadri πρότεινε ότι για να διαπιστωθεί η ανιχνευσιμότητα του ακουστικού σήματος από το MH370, θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν ελεγχόμενες εκρήξεις κατά μήκος του λεγόμενου “έβδομου τόξου” – της περιοχής που προσδιορίζεται από την τελευταία επικοινωνία μεταξύ ενός δορυφόρου και του αεροπλάνου.

Ο εντοπισμός ενός υποβρυχίου με την ίδια μέθοδο

Σημείωσε ότι παρόμοια πειράματα είχαν διεξαχθεί, για παράδειγμα, για την ανεύρεση του υποβρυχίου ARA San Juan του Πολεμικού Ναυτικού της Αργεντινής, το οποίο εξαφανίστηκε τον Νοέμβριο του 2017.

Δύο εβδομάδες μετά την εξαφάνιση, μια χειροβομβίδα βαθμονόμησης έπεσε κοντά στην τελευταία γνωστή θέση του υποβρυχίου, της οποίας το υδροακουστικό σήμα ήταν παρόμοιο με ένα ασυνήθιστο σήμα που ανιχνεύθηκε μετά την έκρηξη (προς τα μέσα – implosion)του υποβρυχίου.

Το σκάφος βρέθηκε ένα χρόνο αργότερα με τα 44 μέλη του πληρώματος να έχουν χαθεί.

«Μια παρόμοια άσκηση, χρησιμοποιώντας είτε εκρήξεις είτε αεροβόλα όπλα με επίπεδα ενέργειας ισοδύναμα με εκείνα που πιστεύεται ότι σχετίζονται με το MH370, θα μπορούσε να διεξαχθεί κατά μήκος του έβδομου τόξου» πρότεινε ο Kadri.

«Εάν τα σήματα από τέτοιες εκρήξεις έδειχναν πλάτη πίεσης παρόμοια με το σήμα που μας ενδιαφέρει, αυτό θα υποστήριζε την εστίαση των μελλοντικών ερευνών σε αυτό το σήμα. Εάν τα σήματα που ανιχνεύονται τόσο στο Cape Leeuwin όσο και στο Diego Garcia είναι πολύ ισχυρότερα από το εν λόγω σήμα, θα απαιτούσε περαιτέρω ανάλυση των σημάτων και από τους δύο σταθμούς. Αυτό θα μπορούσε επίσης να οδηγήσει σε επαναξιολόγηση των δεδομένων που χρησιμοποιήθηκαν για τον προσδιορισμό του έβδομου τόξου, εξετάζοντας νέα σενάρια με βάση τα επικαιροποιημένα ευρήματα» συνέχισε.

«Η έρευνά μας δεν προσδιορίζει με ακρίβεια τη θέση συντριβής του MH370, αλλά αναδεικνύει τις δυνατότητες της υδροακουστικής τεχνολογίας στην επίλυση αυτού του αεροπορικού μυστηρίου. Βελτιώνοντας τις μεθόδους μας και διεξάγοντας περαιτέρω πειράματα, θα μπορούσαμε να δώσουμε νέες πληροφορίες για την τύχη του MH370 και να βελτιώσουμε την αντίδρασή μας σε μελλοντικά θαλάσσια περιστατικά» κατέληξε.

Scroll to Top