Άφωνοι έχουν μείνει οι αστρονόμοι καθώς ένας μικροσκοπικός κόκκος από έναν μετεωρίτη στην Ανταρκτική είναι παλαιότερος από το Ήλιο μας. Έπειτα από περαιτέρω έρευνα, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι το μείγμα των ισοτόπων που υπάρχει στο κόκκο, απαιτεί αυτός να είναι το αποτέλεσμα ενός ασυνήθιστου τύπου σουπερνόβα, ο οποίος έσπειρε τον γαλαξία με μερικά πολύ χαρακτηριστικά ισότοπα.
Παρόλο που οι περισσότεροι μετεωρίτες έχουν υποστεί επεξεργασία, καθώς ενσωματώθηκαν σε αστεροειδείς πριν αποκολληθούν λόγω συγκρούσεων, λίγοι πολύτιμοι μετεωρίτες παρέχουν μια άμεση καταγραφή του υλικού που σχημάτισε το Ηλιακό Σύστημα.
Γνωστοί ως πρωτόγονοι μετεωρίτες, αυτοί είναι ιδιαίτερα πολύτιμοι για τους αστρονόμους, αλλά ορισμένοι προσφέρουν κάτι ακόμη καλύτερο – μικροσκοπικά θραύσματα των οποίων η εξωτική προέλευση αποκαλύπτεται στις ασυνήθιστες συνθέσεις τους.
Όταν η Dr. Nicole Nevill, που τώρα εργάζεται στο Διαστημικό Κέντρο Τζόνσον, εξέτασε έναν κόκκο μέσα στον μετεωρίτη ALH 77307 κατάλαβε ότι επρόκειτο για κάτι ξεχωριστό.

«Τα υλικά που δημιουργούνται στο ηλιακό μας σύστημα έχουν προβλέψιμες αναλογίες ισοτόπων – παραλλαγές στοιχείων με διαφορετικό αριθμό νετρονίων. Το σωματίδιο που αναλύσαμε έχει μια αναλογία ισοτόπων μαγνησίου που διαφέρει από οτιδήποτε άλλο στο ηλιακό μας σύστημα», ανέφερε η Dr. Nevill σε ανακοίνωσή της. «Τα αποτελέσματα ήταν κυριολεκτικά εκτός ορίων. Η πιο ακραία ισοτοπική αναλογία μαγνησίου από προηγούμενες μελέτες προηλιακών κόκκων ήταν περίπου 1.200. Ο κόκκος της μελέτης μας έχει τιμή 3.025, η οποία είναι η υψηλότερη που έχει ανακαλυφθεί ποτέ» πρόσθεσε.
Οι περισσότεροι προ-ηλιακοί κόκκοι πιστεύεται ότι προέρχονται από ερυθρούς γίγαντες, αλλά ορισμένοι έχουν συνθέσεις που ταιριάζουν περισσότερο στο να είναι προϊόντα σουπερνόβα. Το να έχουμε 2,5 φορές μεγαλύτερη ποσότητα μαγνησίου-25, σε σύγκριση με το συνήθως πιο συνηθισμένο μαγνησίο-24, υποδηλώνει ότι δεν επρόκειτο για ένα συνηθισμένο σουπερνόβα.
Αν και αναγνωρίζουν μια εναλλακτική εξήγηση ότι ο κόκκος προέρχεται από έναν καινοφανή αστέρα ή stellae novae, η Nevill και οι συν-συγγραφείς της θεωρούν ότι είναι πολύ πιο πιθανό η πηγή να ήταν ένα σουπερνόβα που καίει υδρογόνο, ένα σπάνιο είδος σουπερνόβα τύπου ΙΙ.
«Σουπερνόβα που καίνε υδρογόνο είναι ένας τύπος αστέρα που ανακαλύφθηκε μόλις πρόσφατα, περίπου την ίδια εποχή που αναλύαμε το μικροσκοπικό σωματίδιο σκόνης. Η χρήση του ατομικού ανιχνευτή σε αυτή τη μελέτη, δίνει ένα νέο επίπεδο λεπτομέρειας βοηθώντας μας να κατανοήσουμε πώς σχηματίστηκαν αυτά τα αστέρια», δήλωσε ο Dr David Saxey του Πανεπιστημίου Curtin.
«Υπάρχει ένα καταπληκτικό πρόγραμμα για την εύρεση αυτών των μετεωριτών και τη λήψη ενός δείγματος από τον καθένα για να δούμε αν είναι σπάνιος ή κοινός τύπος. Στη συνέχεια, άλλοι ερευνητές βλέπουν αν θα ήθελαν να ζητήσουν πρόσβαση σε αυτούς» δήλωσε στο IFLScience ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Curtin, Phil Bland.

Ο μετεωρίτης ALH 77307 είναι από τους πιο πρωτόγονους μετεωρίτες που έχουν βρεθεί ποτέ
Ο μετεωρίτης ALH 77307 ξεχωρίζει ως ένας από τους μισή ντουζίνα περίπου πιο πρωτόγονους μετεωρίτες που έχουν βρεθεί ποτέ, έχοντας υποστεί ελάχιστη επεξεργασία είτε πριν σχηματιστεί σε αστεροειδή, είτε ενώ ήταν μέρος ενός αστεροειδούς.
Παρόλο που η πρωτόγονη κατάστασή του χαρακτήριζε τον 77307 για περαιτέρω έρευνα, ο εντοπισμός των προηλιακών κόκκων ήταν κάποτε ένα κυνήγι βελόνας στα άχυρα. Ωστόσο, ο Bland ήταν μέλος μιας ομάδας που ανέπτυξε έναν τρόπο με τον οποίο οι γεωλόγοι μπορούν να εξετάζουν ένα σχετικά μεγάλο τμήμα ενός μετεωρίτη αναζητώντας μια ανωμαλία που θα τους λέει πότε πρέπει να κοιτάξουν πιο προσεκτικά. Η εφαρμογή αυτού του τρόπου στον 77307 έδειξε ότι υπήρχε κάτι που έπρεπε να βρεθεί.
Ο ίδιος ο κόκκος έχει διαστάσεις 400 επί 580 νανόμετρα, πράγμα ασυνήθιστο όταν οι περισσότεροι έχουν διάμετρο από δεκάδες νανόμετρα έως 500 νανόμετρα, αλλά ο Bland δήλωσε ότι το μέγεθος από μόνο του δεν αποτελεί έκπληξη, αν και έκανε τον κόκκο ευκολότερο στη μελέτη.
Η παρουσία του κόκκου υποδεικνύει ότι ένα σουπερνόβα που έκαιγε υδρογόνο πρέπει να εξερράγη κοντά στο νέφος που αργότερα έγινε ο Ήλιος και οι πλανήτες του. Πιθανότατα, όμως, δεν ήταν πολύ κοντά, αλλιώς θα είχαμε βρει περισσότερους κόκκους σαν αυτόν στο παρελθόν.
«Κάθε προηλιακός κόκκος που βρίσκουμε μας βοηθά να συνθέσουμε μια εικόνα για το πώς θα μπορούσε να ήταν η σκόνη από την οποία σχηματίσαμε πριν από 4,6 δισεκατομμύρια χρόνια» δήλωσε ο Bland.