Οι αράχνες μπορεί να προκαλούν φόβο στους αραχνοφοβικούς με τον ασυνήθιστα υψηλό αριθμό ποδιών τους και τον γρήγορο τρόπο κίνησής τους. Ωστόσο, νέα έρευνα αποκαλύπτει ότι δεν χρειάζονται και τα οκτώ πόδια για να κινούνται αποτελεσματικά, ενώ μπορούν να απορρίπτουν έως και δύο από αυτά για να αποφύγουν θηρευτές.
Η απώλεια άκρων φαίνεται λογικό να επηρεάζει την κίνηση, καθώς προηγούμενες έρευνες έχουν δείξει ότι η ταχύτητα μπορεί να μειωθεί σε ορισμένα είδη αραχνών μετά από απώλεια άκρων – αλλά όχι σε όλα.
Αυτοτομία
Αυτή η νέα έρευνα, εξέτασε πώς οι νεαρές ταραντούλες προσαρμόζονται στην απώλεια άκρων – μια διαδικασία γνωστή ως αυτοτομία – και πώς μπορούν να αναγεννούν πόδια μετά την έκδυση.
Επιπλέον, η μελέτη διερεύνησε πώς η αναγέννηση ενός νέου ποδιού επηρεάζει την κίνηση των αραχνών και αν συμπεριφέρονται διαφορετικά όταν χάνουν επανειλημμένα άκρα.
Πώς πραγματοποιήθηκε η έρευνα
Για να μελετήσουν αυτό το φαινόμενο, οι ερευνητές χρησιμοποίησαν βιντεοσκοπήσεις υψηλής ταχύτητας για να καταγράψουν την κίνηση των αραχνών πριν και μετά την απώλεια των ποδιών τους, την αναγέννηση και την εκ νέου απώλειά τους.
Επικεντρώθηκαν σε τρεις βασικές υποθέσεις: ότι οι αράχνες θα έχουν μειωμένη ταχύτητα και σταθερότητα μετά την απώλεια των ποδιών, ότι θα υιοθετήσουν μια ευρύτερη στάση για να αντισταθμίσουν την απώλεια και ότι το βάδισμά τους θα αλλάξει.
Το είδος που επιλέχθηκε ήταν η ταραντούλα Guatemalan tiger rump (Davus pentaloris), καθώς είναι γρήγορη δρομέας και μπορεί να αναγεννήσει τα πόδια της μέσα σε έναν έως δύο μήνες. Οι αράχνες τοποθετήθηκαν σε ένα διαφανές κουτί και καταγράφηκαν οι κινήσεις τους με κάμερα.
Σε πέντε αράχνες αφαιρέθηκαν διαδοχικά συγκεκριμένα πόδια, τα οποία επιλέχθηκαν ώστε να προκαλέσουν τη μέγιστη διαταραχή στη βάδιση, ενώ ήταν και τα πιο συχνά απορριπτόμενα πόδια στη φύση κατά τη διάρκεια αλληλεπιδράσεων με θηρευτές.
«Μόλις γίνονταν νωχελικές και δεν κινούνταν, κολλούσαμε δύο από τα πόδια τους σε μια κάρτα», εξήγησε η Tonia Hsieh, συν-συγγραφέας της μελέτης, στο New Scientist. «Όταν ξυπνούσαν, τις αγγίζαμε απαλά με ένα λεπτό πινέλο μέχρι να απορρίψουν τα πόδια σχεδόν ταυτόχρονα».
Οι αράχνες καταγράφηκαν τόσο πριν όσο και μετά την απώλεια των δύο ποδιών, ώστε να παρακολουθηθούν οι αλλαγές στη βάδισή τους. Οι μετρήσεις έγιναν αμέσως μετά την απώλεια, καθώς και 24 ώρες αργότερα. Στη συνέχεια, τους δόθηκε χρόνος να αναγεννήσουν τα πόδια τους πριν επαναληφθεί η διαδικασία αφαίρεσης.
Τα αποτελέσματα της μελέτης
Τα ευρήματα έδειξαν ότι η απώλεια δύο ποδιών δεν επιβράδυνε τις αράχνες, καθώς κατάφεραν να επανακτήσουν έναν σταθερό τρόπο κίνησης μέσα σε μία μόλις ημέρα από την απώλεια των άκρων τους. Αυτό υποδηλώνει ότι οι αράχνες μπορούν να προσαρμόζονται εξαιρετικά γρήγορα στις αλλαγές και να διατηρούν τη σταθερότητά τους.
Εφαρμογές στην ρομποτική
Οι συγγραφείς της μελέτης πιστεύουν ότι τα αποτελέσματα αυτά θα μπορούσαν να βοηθήσουν στη βελτίωση της ρομποτικής τεχνολογίας, ειδικά στον σχεδιασμό ρομπότ που μπορούν να προσαρμόζουν τις κινήσεις τους μετά από ζημιές.
Η έρευνα έχει δημοσιευθεί στην προδημοσιευτική πλατφόρμα bioRxiv και δεν έχει ακόμη υποβληθεί σε αξιολόγηση από ομοτίμους.